γενειάζω

γενει-άζω, [dialect] Dor. [suff] γενει-άσδω, ([etym.] γένειον)
A get a beard, come to man's estate, D.H.1.76, AP12.12 (Flacc.);

ἄρτι γενειάσδων Theoc.11.9

, cf. CIG 3715 (Apamea Bith.): [tense] pf.

γεγενείακα Philem.15

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γενειάζω — get a beard pres subj act 1st sg γενειάζω get a beard pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενειάζω — (AM γενειάζω) 1. αποκτώ, βγάζω γένια 2. φθάνω σε αντρική ηλικία, γίνομαι άντρας. [ΕΤΥΜΟΛ. < γένυς δυνατόν όμως να συσχετισθεί η λ. και με τον τ. γενειάς] …   Dictionary of Greek

  • γενειάζοντα — γενειάζω get a beard pres part act neut nom/voc/acc pl γενειάζω get a beard pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενειάζειν — γενειάζω get a beard pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενειάζων — γενειάζω get a beard pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενειάσδων — γενειάζω get a beard pres part act masc nom sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενειᾶν — γενειάω grow a beard pres part act masc voc sg (doric aeolic) γενειάω grow a beard pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) γενειάω grow a beard pres part act masc nom sg (doric aeolic) γενειᾶ̱ν , γενειάω grow a beard pres inf act (epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενειάσας — γενειά̱σᾱς , γενειάω grow a beard pres part act fem acc pl (doric) γενειά̱σᾱς , γενειάω grow a beard pres part act fem gen sg (doric) γενειά̱σᾱς , γενειάω grow a beard aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) γενειά̱σᾱς , γενειάω grow… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενειάσουσιν — γενειά̱σουσιν , γενειάω grow a beard aor subj act 3rd pl (attic epic) γενειά̱σουσιν , γενειάω grow a beard aor subj act 3rd pl (epic doric aeolic) γενειά̱σουσιν , γενειάω grow a beard fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενειάσω — γενειά̱σω , γενειάω grow a beard aor subj act 1st sg (attic) γενειά̱σω , γενειάω grow a beard aor subj act 1st sg (doric aeolic) γενειά̱σω , γενειάω grow a beard fut ind act 1st sg (attic) γενειά̱σω , γενειάω grow a beard fut ind act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενειῶν — γενειάω grow a beard pres part act masc voc sg γενειάω grow a beard pres part act neut nom/voc/acc sg γενειάω grow a beard pres part act masc nom sg (attic epic ionic) γενειάω grow a beard pres part act masc nom sg (attic epic doric ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.